|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | middle class n | (educated, well-off people) | μεσαία τάξη επίθ + ουσ θηλ | | | Their son is very rebellious and rejects the values of the middle class. | | middle class n | (between low and high income) | μεσαία τάξη επίθ + ουσ θηλ | | | With hard work, their family rose up from the working class to the more comfortable middle class. | | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μετά την οικονομική κρίση η μεσαία τάξη έχει μετατοπιστεί προς τα χαμηλότερα στρώματα της εργατικής τάξης. | middle class, middle-class adj | (educated and well off) | που ανήκει στη μεσαία τάξη, της μεσαίας τάξης περίφρ | | | | μεσοαστικός επίθ | | Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun | | | She comes from a very nice middle class family. | | | Προέρχεται από μια πολύ συμπαθητική μεσοαστική οικογένεια. |
Ο όρος 'middle class' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|